Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2018

Μια φορά κι έναν καιρό ένας άρχοντας καλός και αγαθός, ελεήμων και εύσπλαχνος,


Μια φορά κι έναν καιρό ένας άρχοντας καλός και αγαθός, ελεήμων και εύσπλαχνος, θέλησε να κάνει έναν μοναχικό περίπατο στο γειτονικό δάσος. Στον δρόμο που πήγαινε, συνάντησε έναν ζητιάνο με αξιολύπητη εμφάνιση, ο οποίος του ζήτησε ελεημοσύνη.
Τον ευσπλαχνίστηκε και, γενναιόδωρος καθώς ήταν, άδειασε τις τσέπες του στα χέρια του. Είχε πάνω του 168 λίρες.
Του έδωσε τις 166 και κράτησε μόνο τις δύο! Ο ζητιάνος έκθαμβος μπροστά σ’ αυτή τη γενναιοδωρία, τον χιλιοευχαρίστησε, πρόσεξε όμως και τις δύο λίρες που κράτησε ο άρχοντας.
Μετά από αυτό, ο ελεήμων άνθρωπος συνέχισε τον δρόμο του προς το δάσος. Ο ζητιάνος, γεμάτος απληστία, χώθηκε στο δάσος και από άλλον δρόμο του βγήκε μπροστά κι εκεί στην ερημιά όρμησε στον ευεργέτη του και του πήρε τις δύο λίρες που είχε κρατήσει!
Αγανακτεί κανείς μπροστά σ’ αυτή την αχαριστία και απληστία. Κι όμως, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, μπαίνουμε στην θέση αυτού του αχάριστου και άπληστου!
Ο Πανάγαθος Θεός μας χαρίζει 168 ώρες ζωής την εβδομάδα για να τις αξιοποιήσουμε όπως θέλουμε, και κρατάει για Εκείνον μόνον δύο ώρες, τις ώρες που συμμετέχουμε στην Θεία Λατρεία της Κυριακής, στην Θεία Λειτουργία.
Κι αυτό, πάλι για μας. Για να μας ξεκουράσει ψυχικά, να μας θρέψει με το Πανάγιο Σώμα και Αίμα Του, για να ανανεώσει τις δυνάμεις μας με το ουράνιο οξυγόνο της Χάριτος.
Του τις αφαιρούμε ληστρικά κι αυτές με διάφορες προφάσεις. Έτσι αδικούμε τον Πανευεργέτη μας και Σωτήρα μας Χριστό, αλλά κυρίως την ψυχή μας, που την αφήνουμε νηστική από την θεία Χάρι και εξαντλημένη.

Γιατί δεν πρέπει να σβήνονται γρήγορα τα κεριά που ανάβουμε στην εκκλησία;


Μαθαίνουμε από τον Συναξαριστή του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλήτου (26/10), ότι υπήρχε κάποιος ονόματι Ονησιφόρος, στον τάφο του Αγίου, ο οποίος είχε την διακονία να ανάβει και να σβήνει τις λαμπάδες και τα κεριά που έφερναν οι Χριστιανοί μπροστά στην εικόνα του Αγίου, όταν πήγαιναν να προσκυνήσουν.
 Εκείνος λοιπόν, βιαζόταν και τα έσβηνε πριν αυτά καούν επαρκώς. Μια νύκτα, φάνηκε σε αυτόν στον ύπνο του ο Άγιος και του είπε:
 “Γνώριζε Ονησιφόρε, ότι αυτό που κάνεις δεν μου αρέσει. Γνώριζε επίσης ότι με αυτόν τον τρόπο και τον εαυτόν σου βλάπτεις, αλλά και εκείνους που φέρνουν τα κεριά και τις λαμπάδες.
Γιατί, όσο περισσότερο καίγονται οι λαμπάδες μπροστά από τις Εικόνες, τόσο περισσότερο καίγονται οι αμαρτίες εκείνου που με πίστη τις φέρνει. Όταν όμως τις αφαιρούν, και εκείνος ο οποίος τις φέρνει, χάνει τον μισθό του, και εκείνος που τις αφαιρεί θα έχει κόλαση στην ψυχή του“.
Ο Ονησιφόρος, δεν έδωσε και πολύ σημασία, αλλά πράγματι σταμάτησε για λίγο καιρό να βιάζεται να τις σβήνει. Μια νύκτα, κάποιος Χριστιανός, πήγε δύο πολύ ωραίες λαμπάδες και αφού προσκύνησε παραμέρισε λίγο να προσευχηθεί και μετά έφυγε.
Τότε ο Ονησιφόρος πήγε να τις σβήσει, επαναλαμβάνοντας δηλαδή αυτή του την κακή συνήθεια. Τότε, αμέσς ο Άγιος του είπε με φοβερή φωνή: “Πάλι τα ίδια άρχισες Ονησιφόρε;”.
Αμέσως τότε από τον φόβο του, έπεσε ο Ονησιφόρος λιπόθυμος και μόλις ήλθε πάλι στον εαυτό του, μετανόησε για την πράξη του και έκτοτε δεν την επανέλαβε, αλλά και μάθαμε την ωφέλεια που προκύπτει από μια τόσο απλή και ευλαβική πράξη, που όταν γίνεται με πίστη, έχει τεράστια δύναμη.

Η Εκκλησία χαίρεται


Η Εκκλησία χαίρεται για τα 1.000.000 παιδιά της εξωσωματικής. Θρηνεί όμως παράλληλα και για τα 53.000.000 ετησίως θύματα των συγχρόνων εξελιγμένων τεχνικών που καταστρέφονται με τη διαδικασία των αμβλώσεων, για τις ισάριθμες δικαιολογίες που παραλύουν το οικοδόμημα των αξιών στις κοινωνίες ή για τις 650.000 ανθρώπινες ζωές που συντηρούνται στους καταψύκτες όχι μόνο με ζοφερό μέλλον αλλά και με αμφισβητούμενη την ανθρώπινη ταυτότητα και προοπτική.
Χαίρεται για τη γονιδιακή θεραπεία, τα θεραπευτικά επιτεύγματα της σύγχρονης γενετικής, αλλά ομολογεί με θλίψη τις αλλοιώσεις που η αλαζονεία ορισμένων επιστημόνων και η ανεξέλεγκτη χρήση τους συχνά επιβάλλουν.
Και διερωτώμεθα: η «φιλανθρωπία» που αγκαλιάζει θελήματα και δικαιώματα ανθρώπινα γιατί άραγε δεν μπορεί να αγκαλιάσει και τη ζωή στις πιο απροστάτευτες φάσεις της; Και αν έχουν λόγους κάποιοι να μη διακρίνουν τη ζωή στις πρώτες μέρες της, γιατί δεν την υπερασπίζονται φιλάνθρωπα στις 12 και 16 εβδομάδες της, τότε που οι ίδιοι δεν την αποκαλούν ούτε ωάριο ούτε κύστη ούτε πολύ περισσότερο υλικό; Γιατί τελικά οι «φιλάνθρωπο» δεν καταδικάζουν απερίφραστα τη θεσμοθέτηση των αμβλώσεων;

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2018

Αγίας Ακυλίνας Ζαγκλιβερίου , Παρακλητικός κανών


 27 Σεπτεμβρίου
Ὁ Ἱερεύς ἄρχεται τῆς Παρακλήσεως μέ τήν δοξολογικήν ἐκφώνησιν:
Εὐλογητός ὁ Θεός ἡμῶν, πάντοτε, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ χορός: Ἀμήν.
Ἤ μή ὑπάρχοντος Ἱερέως, ἡμεῖς τό:
Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.
Ψαλμός ρμβ’ (142).
Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τήν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσον μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου καί μή εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου, πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τήν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τήν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκρούς αἰῶνος καί ἠκηδιάσεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμα μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός Σέ τάς χείρας μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχύ εἰσακουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμα μου. Μή ἀποστρέψης τό πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ καί ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστόν ποίησόν μου τό πρωΐ τό ἔλεός Σου, ὅτι ἐπί Σοί ἤλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν ἐν ἧ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ ἦρα τήν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός Σέ κατέφυγον, δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τό θέλημά Σου, ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός μου. Τό Πνεῦμα Σου τό ἀγαθόν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου καί ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος Σου εἰμί.

Καί εὐθύς ψάλλεται τετράκις ἐξ’ ὑπαμοιβῆς, μετά τῶν οἰκείων στίχων:
Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. α’. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ καί ἐπικαλεῖσθε τό ὄνομα τό Ἅγιον Αὐτοῦ.
Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν…
Στίχ. β’. Πάντα τά ἔθνη ἐκύκλωσάν με καί τό ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν…
Στίχ. γ’. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὕτη καί ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν…

Εἶτα τὸ τροπάριον. Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς ἀθληφόρος εὐκλεὴς τοῦ Σωτῆρος, Παρθενομάρτυς Ἀκυλίνα θεόφρον, τοὺς προσιόντας πίστει τῇ πρεσβείᾳ σου, σκέπε καὶ διάσωζε, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης, ἴασιν καὶ λύτρωσιν, αἰτουμένη θεόθεν, καὶ τῶν πταισμάτων λύσιν παρασχεῖν, τοῖς τὴν ἁγίαν σου, μέλπουσιν ἄθλησιν.
Δόξα. Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομέν ποτε Θεοτόκε, τὰς δυναστείας Σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι, εἰμὴ γὰρ Σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δὲ διεφύλαξεν, ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμέν Δέσποινα ἐκ Σοῦ, Σοὺς γὰρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.

Ψαλμός ν’ (50).
Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπί πλεῖον πλῦνόν με ἀπό τῆς ἀνομίας μου καί ἀπό τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοῦ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοῦ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τά ἄδηλα καί τά κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς μέ ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μή ἀπορρίψῃς με ἀπό τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μή ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπί σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τά χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τά τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφοράν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπί τό θυσιαστήριόν Σου μόσχους.

Εἶτα, ὁ Κανὼν τῆς Ἁγίας, οὗ ἡ ἀκροστιχίς: Δίδου ἡμῖν βοήθειαν Μάρτυς. Γερασίμου.
Ωδὴ α΄. Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρὰν διοδεύσας.
Δυνάμει ἀθλήσασα θεϊκῇ, σεμνὴ Ακυλίνα, τῆς ψυχῆς μου τὸ ἀσθενές, δυνάμωσον θείαις σου πρεσβείαις, ἵνα ῥυσθῶ τῆς ἀπάτης τοῦ ὄφεως.
Ἱλέωσαι Μάρτυς ταῖς σαῖς λιταῖς, Χριστὸν τὸν Σωτῆρα, τοῖς προστρέχουσιν εὐλαβῶς, τῇ σῇ Ἀκυλίνα προστασίᾳ, καὶ χαλεπῶν πειρασμῶν ἡμᾶς λύτρωσαι.

Διάρασα Μάρτυς ὑπερ ἡμῶν, τὰς θείας σου χείρας, καθικέτευε ἐκτενῶς, σεμνὴ Ἀκυλίνα τὸν Σωτῆρα, ὡς ἂν δεινῶν λυτρωθείημεν θλίψεων.
Θεοτοκίον.
Ὁλόφωτον σκήνωμα τοῦ Θεοῦ, Κεχαριτωμένη, παντευλόγητε Μαριάμ, φωτὶ τῆς θερμῆς ἐπισκοπῆς Σου, τὴν τῶν παθῶν ἡμῶν νύκτα διάλυσον.

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2018

St. John the Theologian - Commemorated September 26 / May 8 Paraklesis to the Holy Apostle and Evangelist John the Theologian


St. John the Theologian - Commemorated September 26 / May 8
Paraklesis to the Holy Apostle and Evangelist John the Theologian (amateur translation)
written by Fr. Gerasimos Mikragiannanitou (of Little St. Anne's Skete, Mount Athos)
The Priest says the “Blessed...”, and the Psalm “O Lord hear my prayer...”, followed by “God is the Lord...” as in the Paraklesis, then the following:

Tone Four
As the beloved disciple of the Lord, and the pinnacle of the Apostles, O Theologian, and the most-ready protector of the faithful, deliver us from every danger and want, and entreat that we might be granted remission of offenses, and the divine light from above, for those who in fervent faith hasten to your holy intercessions.
Glory. The same.

Both Now.
O Theotokos, we shall never be silent of your mighty acts, all we the unworthy; had you not stood to intercede for us, who would have delivered us, from the numerous perils? Who would have preserved us all until now with our freedom? O Lady, we shall not depart from you; for you always save your servants, from all tribulation.
We read Psalm 50, followed by the Canon, whose acrostic reads:
“Grant us your protection, O blessed one. Gerasimos”
Ode I in the Plagal of the Fourth Tone
O Apostle of Christ, intercede on our behalf.
Shining with divine wisdom, O wise Theologian, as an Apostle of Christ, deliver, from the dangerous traps of Belial, those who hasten to you with fervor.
O Apostle of Christ, intercede on our behalf.
Shining, O blessed one, with the rays of the noetic sun, drive away the darkness of the passions from my soul, O Theologian, through your light-bearing intercessions.

Ακολουθία Οσίας Ευφροσύνης (25 Σεπτεμβρίου)


Ποίημα Γερασίμου Μικραγιαννανίτου
 ΤΥΠΙΚΟΝ
    Δεεδέναι τι παροσα ορτάσιμος ερὰ Ἀκολουθία τς σίας Μητρς μν Εφροσύνης δέον πως ψάλληται τκε' Σεπτεμβρίου κατ' ἀναλογίαν πρς τς διατάξεις τς ια' Ἰουλίου τοῦ ἐν χρήσει σήμερον Τυπικοτς γίας τοΧριστοΜεγάλης κκλησίας.
ΕΝ ΤΩ ΜΙΚΡΩ ΕΣΠΕΡΙΝΩ
     στμεν Στίχους δ' καψάλλομεν τὰ ἑξς Προσόμοια.
Γερασίμου.
χος πλ. β'. Αἱ Ἀγγελικαί.
Τν γγελικήν, εφροσύνην κζητοσα, τν σκητικήν, ὑπεισλθες πολιτείαν, κατρόπφιλοσόφῳ, τν τν Εαν πτερνίσαντα, ὄφιν καταβέβληκας νδρείως, κατΣωτρι νυμφεύσω, ἀρετν κάλλεσι, παρ' οδεδόξασαι λαμπρς, Εφροσύνη πάνσεμνε.

μειψας σεμνή, κατν κλσιν κατσχμα, καὶ ὥσπερ νήρ, ἐν φρονήματι νδρείῳ, προσλθες Εφροσύνη τος σίοις Μονάζουσι, θείαν λομένη πολιτείαν, καὶ ὑπρ φύσιν γωνίσω, θερμῷ ἔρωτι, τς γαπήσεως Χριστοῦ, πτερουμένη νδοξε.

Μνήστορα φθαρτόν, κατν πλοτον κατν δόξαν, σώφρονι νοΐ, παριδοσα Εφροσύνη, Χρισττῷ ἀθανατῳ, Βασιλεῖ ἠκολούθησας, λάθρα σν οκείων κφυγοσα, καὶ ἐν σκήσει καρτεροσα, θερμς κραζες· ελογημένος εΣωτήρ, ὁ μόνος Φιλάνθρωπος.

Θάμβει συσχεθείς, ὡς δν σε καγνωρίσας, κακαταμαθών, τν σν ξένην πολιτείαν, ὁ σς τοκες σία, τν Θεν μεγάλυνε, τν μεγαλυνθέντα τσβίῳ, ὃν κδυσωπει Εφροσύνη, ἡμν λλαμψιν, δοναι σωτήριον σεμνή, κακλρον αώνιον.
Δόξα...χος πλ. β'. Γερασίμου.
Τπυρτς τοΧριστοῦ, ἀναφθεσα γάπης, τος χνεσιν ατοῦ ἠκολούθησας, πάντων παναστσα τν τερπνν· σαγγέλως γρ πεπολίτευσαι, καπάντας ξέπληξας, τπαραδόξτρόπσου· θεν τς νω δόξης τυχοσα, Ὁσία Εφροσύνη κέτευε, ὑπρ τν τιμώντων σε.
Κανν... Θεοτοκίον. Τς Παρακλητικς.
Θεοτόκε σὺ εἶ ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή, ἡ βλαστήσασα τὸν καρπὸν τῆς ζωῆς. Σὲ ἱκετεύομεν, πρέσβευε Δέσποινα μετὰ τῆς Ὁσίας καὶ πάντων τῶν ἁγίων, ἐλεηθῆναι τάς ψυχὰς ἡμῶν.

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

Ἀκολουθία Ἁγίου ΜΥΡΩΝΟΣ ἐπ. Κρήτης


, + Κρήτης Μελετίου
Ψαλλομένη  τῇ 8η Αὐγούστου

ΕΝ Τῼ ΜΕΓΑΛῼ ΕΣΠΕΡΙΝῼ
Εὐλογήσαντος τοῦ Ἱερέως ὁ Προοιμιακός καί τὸ Μακάριος ἀνήρ. Εἰς δὲ τὸ Κύριε ἐκέκραξα ἱστῶμεν στίχους στ΄καὶ ψάλλομεν τῆς ἑορτῆς γ΄ καὶ τοῦ Ἁγίου γ΄.
Τῆς Ἑορτῆς. Ἦχος δ΄. Ἔδωκας σημείωσιν.
Σήμερον ὑπέδειξας, τὴν Σὴν θεότητα Κύριε, τοῖς σεπτοῖς Ἀποστόλοις Σου, Μωσεῖ σὺν Ἠλίᾳ τε, ὡς Θεὸς τοῦ Νόμου, καὶ χάριτος πέλων, ὁ λυτρωσάμενος ἡμᾶς, ἐκ τοῦ θανάτου νῦν τῆς χειρώσεως, μεθ’ὧν Σοῦ τὴν φιλάνθρωπον, οἰκονομίαν δοξάζομεν, Ἰησοῦ Παντοδύναμε, ὁ Σωτὴρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Σήμερον ἐξέλαμψας, φωτοειδὴς ὑπὲρ ἥλιον, τηλαυγῶς ἐν ὄρει Θαβώρ, δεικνύων τοῖς φίλοις Σου, ὅτι Σὺ ὑπάρχεις, ἀπαύγασμα δόξης, ὁ τὴν οὐσίαν τῶν βροτῶν, δι’ εὐσπλαγχνίαν φορέσας Κύριε· διό Σοῦ τὴν φιλάνθρωπον οἰκονομίαν δοξάζομεν, Ἰησοῦ Παντοδύναμε, ὁ Σωτὴρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Σήμερον ἀγάλλονται οἱ ἐπουράνιοι Ἄγγελοι, σὺν βροτοῖς ἑορτάζοντες, Χριστέ Σοῦ τὴν ἔλλαμψιν, τὴν φρικτὴν καὶ θείαν, τὴν ἐν Θαβωρίῳ, ἐν ᾧ παρέστησας Μωσῆν καὶ τὸν Ἠλίαν, Σωτὴρ φιλάνθρωπε, καὶ Πέτρον καὶ Ἰάκωβον, καὶ Ἰωάννην ὑμνοῦντάς Σε, Ἰησοῦ Παντοδύναμε, ὁ Σωτὴρ καὶ Θεὸς ἡμῶν.
Τοῦ Ἁγίου. Ἦχος α΄. Πανεύφημοι Μάρτυρες.  
Μύρων πανσεβάσμιε πιστούς, ἡ σὴ μνήμη σήμερον, προσεκαλέσατο ἅπαντας, πανηγυρίσαι σου, ἀρετὰς τὰς θείας, βίου τὴν λαμπρότητα, θαυμάτων τὴν πληθὺν ἣν ἀπέργασαι, Θεοῦ τῇ χάριτι, Ἱεράρχα ἱερώτατε, Ὃν δυσώπει, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.
Ὦ Μύρων ὡς ἥλιος αὐγαῖς, Κρήτην τὴν περίφημον, ταῖς τῶν θαυμάτων ἐλάμπρυνας· ὅθεν καὶ δράκοντα, τῇ Χριστοῦ δυνάμει, χώραν λυμαινόμενον, αὐτῆς μακρὰν ἐδίωξας, Ἅγιε, καὶ συνεχώρησας, τοῖς τὴν ἅλωνα συλοῦσί σου, καὶ τὸ ῥεῖθρον, ποταμοῦ συνέστειλας.
Κρητῶν τὰ συστήματα σοφέ, Μύρων, κατεφώτισας, ταῖς ὑποθήκαις σου, Ἅγιε, καὶ παραινέσεσι, νουθετῶν διδάσκων, καὶ λαμπρὸν ὑπόδειγμα, θεόφρων σεαυτὸν παρεχόμενος· διὸ ἱκέτευε, τοῖς ὑμνοῦσί σε δωρήσασθαι, τὴν εἰρήνην, καὶ παθῶν ἐκλύτρωσιν.
Δόξα. Ἦχος πλ. β΄.
Ἱεραρχῶν τὴν καλλονήν καὶ τῶν Πατέρων κλέος, τὴν βρύσιν τῶν θαυμάτων καὶ τῶν Κρητῶν Ποιμενάρχην ἄριστον, συνελθόντες ὦ φιλέορτοι, ᾀσματικοῖς ἐγκωμίοις ὑμνήσωμεν λέγοντες· χαίροις, ὁ τῶν ἐν Κρήτῃ φρουρός καὶ Πρόεδρος σεπτός, καὶ στύλος καὶ ἑδραίωμα· χαίροις, ἀστὴρ χρυσαυγέστατε, ὁ τὴν νῆσον Κρήτην καταυγάζων τοῖς θαύμασι· χαίροις, τῶν θλιβομένων ἡ θεία χαρμοσύνη, καὶ τῶν σὲ τιμώντων θερμότατος προστάτης. Διὸ θεόφρον Μύρων σεπτέ, μὴ παύση πρεσβεύων Χριστῷ τῷ Θεῷ, ὑπὲρ τῶν ἐν Κρήτῃ οἰκούντων, καὶ πάντων πιστῶν, λυτρωθῆναι κινδύνων καὶ πάσης κακώσεως.
Καὶ νῦν. Ἦχος α΄.
Ὁ πάλαι τῷ Μωσεῖ συλλαλήσας, ἐπὶ τοῦ ὄρους Σινᾶ διὰ συμβόλων, ἐγὼ εἰμι λέγων ὁ Ὤν, σήμερον ἐπ’ ὅρους Θαβώρ, μεταμορφωθεὶς ἐπὶ τῶν Μαθητῶν, ἔδειξε τὸ ἀρχέτυπον κάλλος τῆς εἰκόνος, ἐν ἑαυτῷ τὴν ἀνθρωπίνην ἀναλαβοῦσαν οὐσίαν καὶ τῆς τοιαύτης χάριτος, Μάρτυρας παραστησάμενος Μωϋσῆν καὶ Ἠλίαν, κοινωνοὺς ἐποιεῖτο τῆς εὐφροσύνης, προμηνύοντας τὴν ἔνδοξον διὰ Σταυροῦ καὶ σωτήριον Ἀνάστασιν.

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2018

Οι 24 οίκοι εις την νοητήν κλίμακα του Τιμίου Σταυρού



 Κοντάκιον. Ήχος πλ. δ’. Τη Υπερμάχω…

Ω τρισμακάριστε Σταυρέ και πανσεβάσμιε, σε προσκυνούμεν οι πιστοί και μεγαλύνομεν, αγαλλόμενοι τη θεία σου ανυψώσει. Αλλ’ ως τρόπαιον και όπλον απροσμάχητον, περιφρούρει τε και σκέπε τη ση χάριτι, τοις σοι κράζοντας· Χαίρε, Ξύλον μακάριον.

Οι οίκοι.
Άγγελοι ουρανόθεν, αοράτως κυκλούσι, Σταυρόν τον ζωηφόρον εν φόβω· και φωτοπάροχον χάριν λαμπρώς παρεχόμενον, νυν τοις πιστοίς βλέποντες, εξίστανται, και ίστανται βοώντες προς αυτόν τοιαύτα·
Χαίρε, Σταυρέ, οικουμένης φύλαξ· χαίρε, η δόξα της Εκκλησίας.
Χαίρε, ο πηγάζων αφθόνως ιάματα· χαίρε, ο φωτίζων του κόσμου τα πέρατα.
Χαίρε, ξύλον ζωομύριστον, και θαυμάτων θησαυρέ· χαίρε, συνθετοτρισόλβιε, και χαρίτων παροχεύ.
Χαίρε, ότι υπάρχεις υποπόδιον θείον· χαίρε, ότι ετέθης εις προσκύνησιν πάντων.
Χαίρε, κρατήρ του νέκταρος έμπλεως· χαίρε, λαμπτήρ της άνω λαμπρότητος.
Χαίρε, δι’ ου ευλογείται η κτίσις· χαίρε, δι’ ου προσκυνείται ο Κτίστης.
Χαίρε, Ξύλον μακάριον.

Βλέπουσα η Ελένη εαυτήν εν εφέσει, φησί τω Βασιλεί θαρσαλέως· Το παμπόθητόν σου της ψυχής ευχερέστατόν μου τη σπουδή φαίνεται· ζητούσα γουν το κράτιστόν σοι τρόπαιον, ως λέγεις, κράζω·
Αλληλούϊα.

Γνώσιν άγνωστον πρώην Βασίλισσα γνούσα, εβόησε προς τους υπουργούντας· Εκ λαγόνων της γης ευρείν εν τάχει, και δούναι τον Σταυρόν σπεύσατε, προς ον ιδούσα έφησεν εν φόβω, πλην κράζουσα ούτω·
Χαίρε, χαράς της όντως σημείον· χαίρε, αράς της αρχαίας λύτρον.
Χαίρε, θησαυρός εν τη γη φθόνω κρυπτόμενος· χαίρε, ο φανείς εν τοις άστροις τυπούμενος.
Χαίρε, τετρακτινοπύρσευτε και πυρίμορφε Σταυρέ· χαίρε, κλίμαξ υψοστήρικτε προοραθείσά ποτέ.
Χαίρε, το των Αγγέλων γαληνόμορφον θαύμα· χαίρε, το των δαιμόνων πολυστένακτον τραύμα.
Χαίρε, τερπνόν του Λόγου κειμήλιον· χαίρε, πυρός της πλάνης σβεστήριον.
Χαίρε, Σταυρέ, απορούντων προστάτα· χαίρε, στερρέ ευδρομούντων αλείπτα.
 Χαίρε, Ξύλον μακάριον.

Δύναμις η του Ξύλου, επιδέδεικται τότε, προς πίστωσιν αληθή τοις πάσι και την αφωνόν τε καί νεκράν προς ζωήν ανέστησε, φρικτόν θέαμα τοις μέλλουσι καρπούσθαι σωτηρίαν, εν τω μέλπειν ούτως·
Αλληλούϊα.

Έχουσα η Ελένη, το αήττητον όπλον, ανέδραμε προς τον ταύτης γόνον· ο δε, μέγα σκιρτήσας ευθύς, επιγνούς τον μέγιστον Σταυρόν, έχαιρε, και άλμασιν ως άσμασιν εβόα προς αυτόν τοιάυτα·
Χαίρε, Σταυρέ, του φωτός δοχείον· χαίρε, Σταυρέ, της ζωής ταμείον.
Χαίρε, ο δοτήρ χαρισμάτων του Πνεύματος· χαίρε, ο λιμήν ποντοπόρων αχείμαστος.
Χαίρε, τράπεζα βαστάζουσα ώσπερ θύμα τον Χριστόν· χαίρε, κλήμα, βότρυν πέπειρον, φέρον οίνον μυστικόν.
Χαίρε, ότι τα σκήπτρα των ανάκτων φυλάττεις· χαίρε, ότι τας κάρας των δρακόντων συνθλάττεις.
Χαίρε, λαμπρόν της πίστεως γνώρισμα· χαίρε, παντός του κόσμου διάσωσμα.
Χαίρε, Θεού προς θνητούς ευλογία· χαίρε, θνητών προς Θεόν μεσιτεία.
Χαίρε, Ξύλον μακάριον.

Ζήλον ένδοθεν θείον, η Ελένη λαβούσα, εζήτησε και εύρε σπουδαίως, τον εν γη κρυπτόμενον Σταυρόν, και δεικνύμενον εν ουρανώ Άνακτι· ον ύψωσε· και βλέπων το πολίτευμα, εν πίστει έφη·
Αλληλούϊα.

Ηλιόμορφος ώφθη, ο Σταυρός εν τω κόσμω, και πάντες φωτισμού εμπλησθέντες, και δραμόντες ως προς αστέρα θεωρούσι τούτον ως καλών αίτιον, εν ταις χερσί ταις θείαις υψωθέντα· ον υμνούντες είπον·
Χαίρε, αυγή νοητού Ηλίου· χαίρε, πηγή ακενώτου μύρου.
Χαίρε, του Αδάμ και της Εύας ανάκλησις· χαίρε, των αρχόντων του άδου η νέκρωσις.
Χαίρε, ότι ανυψούμενος συνανυψοίς νυν ημάς· χαίρε, ότι προσκυνούμενος καθαγιάζεις τας ψυχάς.
Χαίρε, των Αποστόλων κοσμοκήρυκτον κλέος· χαίρε, των αθλοφόρων ευμενέστατον σθένος.
Χαίρε, Σταυρέ, Εβραίων ο έλεγχος· χαίρε, πιστών ανθρώπων ο έπαινος.
Χαίρε, δι’ ου κατεβλήθη ο άδης· χαίρε, δι’ ου ανατέταλκε χάρις.
Χαίρε, Ξύλον μακάριον.

Θεοβράβευτον Ξύλον, θεωρήσαντες πάντες, τη τούτου νυν προσέλθωμεν σκέπη· και ως όπλον κρατούντες αυτό, δι’ αυτού τροπούμεν των εχθρών φάλαγγας, και ψαύοντες τον άψαυστον, τοις χείλεσιν αυτώ βοώμεν·
Αλληλούϊα.

Ίδε φως ουρανόθεν, ο Κωνσταντίνος ο μέγας, δεικνύμενον Σταυρού το σημείον, δι’ αστέρων, εν ω και νικάν πολεμίων πληθύν, έσπευσε το Ξύλον φανερώσαι, και βοήσαι προς αυτό τοιαύτα·
Χαίρε, βουλής της αρρήτου πέρας· χαίρε, λαού ευσεβούντως κέρας.
Χαίρε, πολεμίων ο τρέπων τας φάλαγγας· χαίρε, φλοξ καθάπερ φλέγων τους δαίμονας.
Χαίρε, σκήπτρον επουράνιον του Βασιλέως του στρατού· χαίρε, τρόπαιον αήττητον του φιλοχρίστου στρατού·
Χαίρε, ο των βαρβάρων την αφρύν καταβάλλων· χαίρε, ο των ανθρώπων τας ψυχάς περιέπων.
Χαίρε, κακών πολλών αμυντήριον· χαίρε, καλών πολλών βραβευτήριον.
Χαίρε, δι’ ου Χριστοφόροι σκιρτώσι· χαίρε, δι’ ου Ιουδαίοι θρηνούσι.
Χαίρε, Ξύλον μακάριον.

Κλίμαξ ουρανομήκης, ο Σταυρός του Κυρίου εγένετο· τους πάντας ανάγων από γης προς ύψος ουρανού, τοις χοροίς Αγγέλων συνοικείν πάντοτε, αφέντας τα νυν όντα ως μη όντα, και ειδότας ψάλλειν·
Αλληλούϊα.

Λάμψας φως επί πάσιν, ο Σωτήρ τοις εν άδη εφώτισας τους κάτω κειμένους· πυλωροί δε άδου την αυγήν μη ενέγκαντές σου, ως νεκροί πεπτώκασιν· οι τούτων δε ρυσθέντες, νυν ορώντες τον Σταυρόν βοώσι·
Χαίρε, ανάστασις τεθνεώτων· χαίρε, παράκλησις των πενθούντων.
Χαίρε, των ταμείων του άδου η κένωσις· χαίρε, Παραδείσου τρυφής η απόλαυσις.
Χαίρε, ράβδος η ποντίσασα τον Αιγύπτιον στρατόν· χαίρε αύθις, η ποτίσασα Ισραηλίτην λαόν.
Χαίρε, έμψυχον Ξύλον, του Ληστού σωτηρία· χαίρε, εύοσμον ρόδον, ευσεβών ευωδία.
Χαίρε, τροφή πεινώντων εν πνεύματι· χαίρε, σφραγίς, ην έλαβον άνθρωποι.
Χαίρε, Σταυρέ, μυστυρίων η θύρα· χαίρε, εξ ου ρείθρα χέονται θεία.
Χαίρε, Ξύλον μακάριον.

Μέλλοντος Μωϋσέως, το πολύμοχθον γένος, λυτρώσασθαι εκ του λυμεώνος, επεδόθης ως ράβδος αυτώ, αλλ’ εγνώσθης τούτο και Θεού σύμβολον· διόπερ κατεπλάγη σου Σταυρέ, την δυναστείαν κράζων·
Αλληλούϊα.

Νόμον ο εν Σιναίω, τω Θεόπτη δους παλαί, Σταυρώ εθελοντί προσηλούται, υπέρ άνομων ανόμως ανδρών, και κατάραν νόμου παλαιάν έλυσεν, ίνα Σταυρού την δύναμιν ορώντες, άπαντες νυν, βοώμεν·
Χαίρε, ανόρθωσις πεπτοκότων· χαίρε, κατάπτωσις κοσμολάτρων.
Χαίρε, Αναστάσεως Χριστού το εγκαίνισμα· χαίρε, μοναζόντων το θείον εντρύφημα.
Χαίρε, δένδρον ευσκιόφυλλον, υφ’ ου σκέπονται πιστοί· χαίρε, ξύλον προφητόφθεγκτον, πεφυτευμένον εν γη.
Χαίρε, της Βασιλείας κατ’ εχθρών συμμαχία· χαίρε, της πολιτείας κραταιά προστασία.
Χαίρε, Κριτού δικαίου φανέρωσις· χαίρε, βροτών πταιόντων κατάκρισις.
Χαίρε, Σταυρέ, ορφανών αντιλήπτορ· χαίρε, Σταυρέ, πλουτιστά των πενήτων.
Χαίρε, Ξύλον μακάριον.

Ξένον θαύμα ιδόντες, ξένον βίον βιώμεν, τον νουν εις ουρανόν ανυψούντες· δια τούτο γαρ εν τω Σταυρώ ο Χριστός επάγη, και σαρκί πέπονθε, βουλόμενος ελκύσαι προς το ύψος, τους αυτώ βοώντας·
Αλληλούϊα.

Όλος ήλθεν εξ ύψους, την Θεότηταν έχων, ο μόνος προαιώνιος Λόγος· και τεχθείς εκ Παρθένου Μητρός, και φανείς τω κόσμω ταπεινός άνθρωπος, Σταυρόν καταδεξάμενος, εζώωσε αυτώ βοώντας·
Χαίρε, Σταυρέ της ειρήνης όπλον· χαίρε, βαλβίς των οδοιπορούντων.
Χαίρε, σωζομένων σοφία και στήριγμα· χαίρε, απολλυμένων μωρία και σύντριμμα.
Χαίρε, εύκαρπον, αθάνατον, και ζωηφόρον φυτόν· χαίρε άνθος, όπερ ήνθησε την σωτηρίαν ημών.
Χαίρε, ότι συνάπτεις τα εν γη συν τοις άνω· χαίρε, ότι φωτίζεις τας καρδίας των κάτω.
Χαίρε, δι’ ου φθορά εξωστράκισται· χαίρε, δι’ ου η λύπη ηφάνισται.
Χαίρε, κάλων μυριάριθμος όλβος· χαίρε, πιστών μυριώνυμον εύχος.
Χαίρε, Ξύλον μακάριον.

Πέπτωκε των δαιμόνων, η παμβέβηλος φάλαγξ, και γένος των Εβραίων ησχύνθη, προσκυνούμενον τον Σταυρόν παρά πάντων, μετά πόθου βλέποντες, αεί δε αναβλύζοντα ιάματα τοις εκβοώσιν.
Αλληλούϊα.

Ρεύματα συνεστάλη, λογισμών κακοδόξων, παγέντος σου Χριστέ επί ξύλου· απορούσι γαρ όντως το, Πως και Σταυρόν υπέστης, και φθοράν πέφευγας· ημείς δε την Ανάστασιν δοξάζοντες, αναβοώμεν.
Χαίρε, σοφίας Θεού το ύψος· χαίρε, προνοίας αυτού το βάθος.
Χαίρε, μωρολόγων αλόγων η άγνοια· χαίρε, μαντιπόλων αφρόνων απώλεια.
Χαίρε, ότι την Ανάστασιν εμφανίζεις του Χριστού· χαίρε, ότι τα παθήματα ανακαινίζεις αυτού.
Χαίρε, των πρωτοπλάστων την παράβασιν λύσας· χαίρε, του Παραδείσου τας εισόδους ανοίξας.
Χαίρε Σταυρέ, τοις πάσι σεβάσμιε· χαίρε, εθνών απίστων αντίπαλε.
Χαίρε Σταυρέ, ιατρέ των νοσούντων· χαίρε, αεί βοηθέ των βοώντων.
Χαίρε, Ξύλον μακάριον.

Σώσει θέλων των κόσμον, ο του κόσμου κοσμήτωρ, κατήλθε προς αυτόν απορρήτως· και Σταυρόν υπέστη, Θεός ων, δι’ ημάς, τα πάντα καθ’ ημάς δέχεται· διό και λυτρωσάμενος ημάς, ακούει παρά πάντων·
Αλληλούϊα.

Τείχος της οικουμένης, ω Σταυρέ ζωηφόρε, απόρθητον και θείον νοούμεν· ο γαρ του ουρανού και της γης, κατασκευάσας σε Ποιητής, τάννυσι τας χείρας, ξένον άκουσμα· και άπαντας εκφωνείν διδάσκει·
Χαίρε, η βάσις της ευσεβείας· χαίρε, το νίκος της κληρουχίας.
Χαίρε, Αμαλήκ νοητόν ο τροπούμενος· χαίρε, Ιακώβ ταις χερσί προτυπούμενος.
Χαίρε, συ γαρ ανεμόρφωσας τας παλαιτάτας σκιάς· χαίρε, συ γαρ ανεπλήρωσας προφητοφθέγκτους φωνάς.
Χαίρε, ο τον Σωτήρα των απάντων βαστάσας· χαίρε, ο τον φθορέα των ψυχών καταργήσας.
Χαίρε, δι’ ου Αγγέλοις ηνώθημεν· χαίρε, δι’ ου φωτί κατηυγάσθημεν.
Χαίρε, σε γαρ προσκυνούμεν τιμώντες· χαίρε, σοι γαρ προσφωνούμεν βοώντες·
Χαίρε, Ξύλον μακάριον.

Ύμνος άπας μειούται, συνακολουθείν θέλων, τω πληθεί των πολλών σου θαυμάτων· εγκωμίων πληθύν και γαρ αν προσάξωμέν σοι, ω Σταυρέ τίμιε, ουδέν τελούμεν άξιον, ων δέδωκας ημίν· αλλ’ ουν βοώμεν·
Αλληλούϊα.

Φωτοπάροχχον αίγλην, τοις εν σκότει δωρείται, Σταυρός ο ζωοδώρητος ούτος· το γαρ άϋλον δέδεκται φως, και προς γνώσιν θείαν δαδουχεί άπαντας· υψοί δε νυν υψούμενος τον νουν ημών, αναμέλπειν ταύτα·
Χαίρε, φωστήρ, τοις εν σκότει φαίνων· χαίρε, αστήρ τον κόσμον αυγάζων.
Χαίρε, αστραπή, χριστοκτόνους αμβλύνουσα· χαίρε, η βροντή, τους απίστους εκπλήττουσα.
Χαίρε, ότι κατελάμπρυνας Ορθοδόξων τους χορούς, χαίρε, ότι κατηδάφισας των ειδώλων τους βωμούς.
Χαίρε, ούπερ ο τύπος ουρανόθεν εφάνη· χαίρε, ούπερ η χάρις πονηρίας ελαύνει.
Χαίρε, σαρκός σημαίνων την νέκρωσιν· χαίρε, παθών ο κτείνων επέγερσιν.
Χαίρε, εν ω ο Χριστός εσταυρώθη· χαίρε, δι’ ου πας ο κόσμος εσώθη.
Χαίρε Ξύλον, μακάριον.

Χάριν δούναι θελήσας, ο Χριστός τοις ανθρώποις, τας χείρας επί ξύλου εκτείνει, και τα έθνη πάντα συγκαλεί, και βασιλείαν πάσιν ουρανών δίδωσι, τοις μέλπουσι τον ύμνον επαξίως, και πιστώς βοώσιν·
Αλληλούϊα.

Ψάλλοντές σου τον ύμνον, ευφημούμεν εκ πόθου, ως έμψυχον Κυρίου σε Ξύλον· επί σοι γαρ παγείς εν σαρκί, ο δεσπόζων των δυνάμεων, ηγίασεν, εδόξασεν, εδίδαξε βοάν σοι ταύτα·
Χαίρε, Σταυρέ, νοητή ρομφαία· χαίρε, Αγίων άγιον βλέμμα.
Χαίρε, Προφητών και Δικαίων προκήρυγμα· χαίρε, του Χριστού λαμπροφόρον στρατήγημα.
Χαίρε, κάλλος και διάδημα βασιλέων ευσεβών· χαίρε, κράτος και οχύρωμα ιερέων ευλαβών.
Χαίρε, της αληθείας ευκλεέστατος κόσμος· χαίρε, της σωτηρίας ευτυχέστατος όρμος.
Χαίρε, φαιδρόν απάντων αγλάϊσμα· χαίρε, υιών της Άγαρ φυγάδευμα.
Χαίρε, φωτός ακηράτου λυχνία· χαίρε, ψυχής της εμής θυμηδία.
Χαίρε Ξύλον, μακάριον.

Ω πανύμνητον Ξύλον, το βαστάσαν τον πάντων Αγίων, αγιώτατον Λόγον (τρις)· δεδεγμένων ημώς τα λιτάς, από πάσης ρύσαι συμφοράς άπαντας, και αιωνίου λύτρωσαι κολάσεως τους σοι βοώντας·
Αλληλούϊα.

Άγγελοι ουρανόθεν, αοράτως κυκλούσι, Σταυρόν τον ζωηφόρον εν φόβω· και φωτοπάροχον χάριν λαμπρώς παρεχόμενον, νυν τοις πιστοίς βλέποντες, εξίστανται, και ίστανται βοώντες προς αυτόν τοιαύτα·
Χαίρε, Σταυρέ, οικουμένης φύλαξ· χαίρε, η δόξα της Εκκλησίας.
Χαίρε, ο πηγάζων αφθόνως ιάματα· χαίρε, ο φωτίζων του κόσμου τα πέρατα.
Χαίρε, ξύλον ζωομύριστον, και θαυμάτων θησαυρέ· χαίρε, συνθετοτρισόλβιε, και χαρίτων παροχεύ.
Χαίρε, ότι υπάρχεις υποπόδιον θείον· χαίρε, ότι ετέθης εις προσκύνησιν πάντων.
Χαίρε, κρατήρ του νέκταρος έμπλεως· χαίρε, λαμπτήρ της άνω λαμπρότητος.
Χαίρε, δι’ ου ευλογείται η κτίσις· χαίρε, δι’ ου προσκυνείται ο Κτίστης.
Χαίρε, Ξύλον μακάριον.

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2018

Παρακλητικός Κανών στην Αγία Οσιομάρτυρα Θεοδώρα την εν Βάστα Πελοποννήσου


Ποίημα Γερασίμου Μοναχού Μικραγιαννανίτου
  
Ὁ Ἱερεύς: Εὐλογητός ὁ Θεός ἠμῶν πάντοτε, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Ἀναγνώστης: Ἀμήν.

Ψαλμός ρμβ΄ (142)
Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τήν δέησίν μου ἐν τή ἀληθεία σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τή δικαιοσύνη σού• καί μή εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου σου, ὅτι  οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τήν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τήν ζωήν μου, ἐκάθισε μέ ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκρούς αἰῶνος καί ἠκηδίασεν  ἔπ ἐμέ τό πνεῦμά μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πάσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. διεπέτασα  πρός σέ τάς χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρος σοί. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμά μου μή ἀποστρέψης τό πρόσωπόν σου ἄπ ἐμοῦ, καί ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. ἀκουστόν ποίησον μοί τό πρωί τό ἔλεός σου, ὅτι ἐπί σοῖ ἤλπισα• γνώρισον μοί, Κύριε, ὁδόν, ἐν ἤ πορεύσομαι, ὅτι πρός σέ ἤρα τήν ψυχήν μού• ἐξελού μέ ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, ὅτι πρός σέ κατέφυγον. δίδαξον μέ τοῦ ποιεῖν τό θέλημά σου, ὅτι σύ εἰ ὁ Θεός μού• τό πνεῦμά σου τό ἀγαθόν ὁδηγήσει μέ ἐν γῆ εὐθεία. Ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις μέ, ἐν τή δικαιοσύνη σου ἑξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου καί ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλός σου εἰμι.

Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος ἅ΄. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίω, καί ἐπικαλεῖσθε τό ὄνομα τό ἅγιον αὐτοῦ.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος β΄. Πάντα τά ἔθνη ἐκύκλωσαν μέ, καί τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος γ΄. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὔτη, καί ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἠμῶν.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Εἴτα τά παρόντα Τροπάρια.
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῶ.
Τῶν δωρεῶν τῶν θεϊκῶν ἐντρυφώσα, Ὁσιομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Θεοδώρα, ὑπέρ ἠμῶν ἱκέτευε δεόμεθα, ὅπως λυτρωθείημεν, πειρασμῶν καί κινδύνων, καί παντοίων θλίψεων,
οἱ τῷ θείω ναῶ σου, μετά σπουδῆς προστρέχοντες ἀεί, καί τήν θερμήν σου, αἰτοῦντες βοήθειαν.

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι. Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Θεοτοκίον
Οὐ σιωπήσομεν πότε, Θεοτόκε, τά, δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀναξιοι• εἰ μή γάρ σύ προίστασο πρεσβεύουσα, τίς ἠμᾶς ἐρρύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δέ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ σού• σούς γάρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.